| Δελτίο τύπου, 21 Φεβρουαρίου 2007 (Διεθνές Συμπόσιο Γρίπη) |
|
|
|
|
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Ταυτόχρονα η χώρα μας είναι πανέτοιμη από υγειονομικής και τεχνικής υποδομής (υπάρχει στενή και διαρκής συνεργασία των υπουργείων Αγροτικής Ανάπτυξης, Τροφίμων και Υγείας ) για να αντιμετωπίσει άμεσα και αποτελεσματικά τυχόν κρούσμα τόσο σε οικόσιτο όσο και σε βιομηχανικό πτηνό αλλά και αποτροπή μετάδοσης σε άνθρωπο. Αυτό τόνισαν σήμερα σε Συνέντευξη Τύπου, με αφορμή το 1ο Διεθνές Συνέδριο για τη Γρίπη, ο καθηγητής κτηνιατρικής του ΑΠΘ , πρόεδρος της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας και Αντ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών Σπύρος Κυριάκης, η καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας κ Ελένη Γιαμαρέλου και ο Δρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σωτήρης Τσιόδρας. Την έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου , το οποίο θα πραγματοποιηθεί στις 23 Φεβρουαρίου στην Αθήνα και συνδιοργανώνουν το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών και η Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, θα κάνει ο υπουργός κ Ευάγγελος Μπασιάκος. Στο Συνέδριο θα πάρουν μέρος και θα μιλήσουν διαπρεπείς επιστήμονες για τη γρίπη ως ζωονόσο, (με κυρίαρχο θέμα την γρίπη των πτηνών και του ανθρώπου), τόσο από την Ελλάδα όσο και από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Είναι δε το πρώτο στο είδος του συνέδριο που πραγματοποιείται στην πατρίδα μας . ΓΡΙΠΗ ΠΤΗΝΩΝ ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ
Παράλληλα ο πρόεδρος της Ελληνική Κτηνιατρικής Εταιρείας ανέφερε πως η γρίπη των πτηνών απασχολεί τα τελευταία χρόνια ολόκληρη την παγκόσμια κοινότητα καθώς μεταφέρεται και μεταδίδεται από τα υδρόβια αποδημητικά πτηνά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Συγκεκριμένα το 1997 «τράβηξε» το ενδιαφέρον της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας όταν διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος ανθρώπων σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας οφειλόταν σε αυτή. Μέρος στον αγώνα της παγκόσμιας κοινότητας για τον περιορισμό και την αποτροπή της εξάπλωσης αυτής της ζωονόσου τόσο στα οικόσιτα όσο και βιομηχανικά πτηνά αλλά και στον άνθρωπο συμμετέχει με επιτυχία και η χώρα μας. Η διετής εμπειρία (2005-07) με την επιτυχή αντιμετώπιση των περιπτώσεων φορέων της νόσου νεκρών αποδημητικών υδρόβιων πουλιών τόνισε ο πρόεδρος της Κτηνιατρικής Εταιρείας, μας φέρνει ως χώρα σε πλεονεκτική θέση έναντι άλλων γειτονικών κρατών , αλλά και κρατών της Ε.Ε ,που δεν κατάφεραν έγκαιρα να απομονώσουν τις εστίες μόλυνσης της πτηνοτροφίας τους (οικόσιτης και βιομηχανικής). Φέτος έγκαιρα όλες οι κτηνιατρικές και συναρμόδιες υπηρεσίες έχουν πάρει και τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια όλα εκείνα τα προληπτικά μέτρα βιοασφάλειας που αποτρέπουν την μετάδοση της νόσου. Σε αυξημένη ετοιμότητα βρίσκονται και οι πτηνοτροφικές μονάδες, όπου τα μέτρα βιοασφάλειας είναι αυστηρότατα και ο έλεγχος από τους αρμόδιους κτηνιατρικούς φορείς καθημερινός. Παράλληλα η χώρα μας ( συναρμόδια υπουργεία) έγκαιρα προχώρησε στην προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού που απαιτείται για την αντιμετώπιση τυχόν κρουσμάτων. Ο εξοπλισμός αυτός έχει ήδη διανεμηθεί στις κατά τόπου αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες σε όλη τη χώρα προκειμένου να τον χρησιμοποιήσουν αν τυχόν παραστεί ανάγκη. Ακόμη η εργαστηριακή διαγνωστική υποδομή έχει βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα έγκαιρης διάγνωσης τυχόν κρούσματος από το δίκτυο των κτηνιατρικών εργαστηρίων του υπουργείου Γεωργικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Τέλος ο κ Κυριάκης τόνισε πως φέτος μέχρι σήμερα δεν είχαμε κανένα περιστατικό μολυσμένου νεκρού αποδημητικού πτηνού. Πρόσθεσε δε πως βρισκόμαστε στο τέλος του Χειμώνα και οι πιθανότητες μειώνονται καθώς την Άνοιξη τα αποδημητικά πουλιά κατά την επιστροφή τους δεν περνούν πάνω από τη χώρα μας . Ωστόσο επεσήμανε με ιδιαίτερη έμφαση πως οι οδηγίες των αρμόδιων φορέων και τα μέτρα βιοασφάλειας θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά. Σε αυτόν τομέα είναι σημαντική η συμβολή των κτηνιατρικών υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης , οι οποίες έχουν ενισχυθεί με προσωπικό και ανάλογα μέσα, αλλά και πολύτιμη των υπηρεσιών του στρατού ειδικά στον υδροβιότοπο του Έβρου και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όπως και των κυνηγετικών συλλόγων. Όπως ανέφεραν οι Έλληνες επιστήμονες οι διαπρεπείς ξένοι συνάδελφοι τους ( Dr Ian Brown Κοινοτικό Εργαστήριο Αναφοράς για τη Γρίπη, Dr Kristien Van Reeth Εργαστήριο Ιολογίας Κτηνιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου της Γάνδης, ο Dr Maurice Pnsaert Κτηνιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Γάνδης) που θα μιλήσουν στο συνέδριο, υποστηρίζουν πως είναι ανύπαρκτος ο κίνδυνος μόλυνσης του ανθρώπου μέσω του γαστροεντερικού σωλήνα από τον θανατηφόρο ιό της γρίπης των πτηνών. Κι αυτό γιατί έχει αποδειχτεί πως κανένας μέχρι σήμερα θάνατος ανθρώπου δεν έχει προέλθει μέσω μολυσμένης τροφής. Αντίθετα όμως φαίνεται πως οι γάτες και όλα τα αιλουροειδή μολύνονται από τον θανατηφόρο ιό μέσω της πεπτικής οδού-τροφής και αυτός είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος. Για το λόγο αυτό, όπως τονίστηκε, τα μέτρα βιοασφάλειας όσο αφορούν τον περιορισμό τους , τις κρίσιμες εποχές της μετανάστευσης των υδρόβιων πτηνών, πρέπει να τηρούνται με αυστηρή σχολαστικότητα. Πάντοτε οι πανδημίες γρίπης στον άνθρωπο μεταδίδονται από τα υδρόβια μεταναστευτικά πτηνά, σύμφωνα πάντα με τις ιστορικές καταγραφές που υπάρχουν. Κι αυτό γιατί όπως εξηγούν οι επιστήμονες ο γενετικός κώδικας όλων των στελεχών που έχει μολυνθεί στον παρελθόν ο άνθρωπος και όλων των στελεχών που θα μολυνθεί στο μέλλον , βρίσκεται στα υδρόβια μεταναστευτικά πουλιά. Ευτυχώς σ΄ αυτή την επιζωοτια της γρίπης των πτηνών αποδείχτηκε ότι ο χοίρος ( άγριος και παραγωγικός) δε μολύνεται απευθείας από τα υδρόβια πουλιά, αλλά φαίνεται ότι μολύνεται από τον άνθρωπο. Ο χοίρος έχει «αδελφική συγγένεια» με τα στελέχη γρίπης του ανθρώπου και αποτελεί το ιδανικό πειραματόζωο για τη δοκιμή και ανάπτυξη εμβολίων και φαρμακευτικών ουσιών για την αντιμετώπιση της νόσους στον άνθρωπο και τα πτηνά. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η γρίπη ως νόσημα έχει σκοτώσει στο παρελθόν περισσότερους ανθρώπους σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη αρρώστια. Οι ερευνητικοί προϋπολογισμοί για τη γρίπη ξεπερνούν κάθε άλλη αιτία νόσησης του ανθρώπου, με μια μόνο εξαίρεση της τελευταίας δεκαετίας που την ξεπέρασε το AIDS, αλλά και πάλι η γρίπη βρίσκεται στην πρώτη θέση στους ερευνητικούς προϋπολογισμούς της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας τα τελευταία τρία χρόνια |






