| Σπλαχνική λεϊσμανίωση και λεϊσμανίωση του σκύλου στην Ελλάδα και τις άλλες μεσογειακές χώρες |
|
|
|
|
Η λεϊσμανίωση του σκύλου (Leishmania infantum) στις μεσογειακές χώρες κειμένεται από 0.2% έως 67% των ζώων και ετησίως αναφέρονται 1.4-300 κρούσματα σπλαχνικής λεϊσμανίωσης στον άνθρωπο (L. infantum)/χώρα. Στην Ελλάδα, η παρασίτωση απαντάται στο σκύλο (0.7-48.7%), τη γάτα (3.9%), τον κρικητό (1.2%) και τον άνθρωπο (3.9-9.2%, κατά μ.ό. 25 κρούσματα ετησίως). Στη χώρα μας η μόλυνση του ανθρώπου φαίνεται να μη σχετίζεται με τη μόλυνση του σκύλου, επειδή δεν απαντώνται οι γνωστοί μεταδότες του παρασίτου (Phlebotomus ariasi και P. perniciosus), που απομυζούν αίμα από άνθρωπο και σκύλο. Μεταδότης του παρασίτου στον άνθρωπο στην Ελλάδα θεωρείται ο P. neglectus (L. infantum βρέθηκαν στο 0.12% των εντόμων), παρά το γεγονός ότι επιτίθεται σπανίως στον άνθρωπο και ως πιθανοί μεταδότες είναι δυνατόν να θεωρηθούν οι P. sergenti, P. balcanicus και P. simici (παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε L. infantum στα είδη αυτά σκνιπών). Ως πιθανοί μεταδότες του παρασίτου στο σκύλο είναι δυνατόν να θεωρηθούν οι P. perfiliewi και P. tobbi (παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε L. infantum στα είδη αυτά των σκνιπών). Τα είδη των σκνιπών στην Ελλάδα και ο ξενιστής από τον οποίο οι σκνίπες αυτές απομυζούν αίμα είναι ο P. neglectus (βοοειδή, ίππος, χοίρος, επίμυς, σπανίως άνθρωπος), ο P. perfiliewi (σκύλος, αλεπού, βοοειδή, πρόβατο, ίππος, χοίρος, λαγός, κόνικλος, τρωκτικά), ο P. tobbi (πρόβατο, σκύλος, κόνικλος), ο P. balcanicus (νυχτερίδα, άνθρωπος), ο P. simici (κόνικλος, νυχτερίδα, άνθρωπος), ο P.papatasi (άνθρωπος), ο P. sergenti (άνθρωπος, κόνικλος, νυχτερίδα), ο P.similis (νυχτερίδα, σπανίως άνθρωπος), ο P. alexandri (άνθρωπος, τρωκτικά), ο P. mascittii (σκύλος, αλεπού, άνθρωπος), η Sergentomyia minuta (σαύρες, πιθανόν πτηνά) και η S. dentata (σαύρες, πιθανόν πτηνά). Στη λεϊσμανίωση του σκύλου και τη σπλαχνική λεϊσμανίωση του ανθρώπου παρατηρείται ενεργοποίηση των Th2 λεμφοκυττάρων (η ενεργοποίηση των Th1 συνοδεύεται από αυτοΐαση στο 10-20% των μολυσμένων σκύλων), καταστροφή των μονοκύτταρων/μακροφάγων και χρόνια, υψηλή συγκέντρωση ανοσοσυμπλεγμάτων στην κυκλοφορία του αίματος. Η κλινική εικόνα του νοσήματος χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις και λειτουργικές διαταραχές σε σπλήνα, μυελό των οστών, νεφρούς, ήπαρ, λεμφογάγγλια, κερατοειδή, αρθρώσεις κ.α., λόγω της προσκόλλησης των ανοσοσυμπλεγμάτων σε βασικές μεμβράνες, υμένες, ενδοθήλιο, ερυθροκύτταρα κ.α., της ενεργοποίησης του συμπληρώματος («κλασική οδός») και της φλεγμονής των ιστών κ.ά. Η διάγνωση του νοσήματος στηρίζεται στην κλινική εικόνα, τις ορολογικές δοκιμασίες, την ανεύρεση του παρασίτου ή γενετικού υλικού στους ιστούς κ.ά. Η φαρμακευτική αγωγή είναι αποτελεσματική στο 40-90% των ζώων και στο 80-90% των μολυσμένων ατόμων και γίνεται με τη χορήγηση λεϊσμανιοκτόνων (αντιμονιούχα κ.ά.), λεϊσμανιοστατικών (allopurinol κ.ά.), ανοσοενισχυτικών κ.ά. Η μόλυνση των ξενιστών προλαμβάνεται με τη χρησιμοποίηση εντομοαπωθητικών (Μάϊος-Νοέμβριος), την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία των μολυσμένων ξενιστών κ.ά. Λέξεις ευρετηρίασης: λεϊσμανίωση, σκύλος, άνθρωπος, μεταδότες, Ελλάδα Τόμος 55 (Τεύχος. 3 σελ. 247-261) / 2004
|





