Νεότερα δεδομένα πάνω στην ηπατοζωόνωση του σκύλου PDF Εκτύπωση E-mail

Μ. Ε. Μυλωνάκης, Θ. Α. Πετανίδης, Α. Φ. Κουτίνας

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η ηπατοζωόνωση στο σκύλο προκαλείται από δύο είδη πρωόζωων του γένους Hepatozoon. Το παλαιότερο γνωστό είδος H. canis μεταδίδεται με τον κρότωνα  Rhipicephalus sanguineus  και έχει σχεδόν παγκόσμια γεωγραφική εξάπλωση, ενώ το σχετικά πρόσφατα ταυτοποιημένο H.americanum μεταδίδεται με τον Amblyomma maculatum και μέχρι σήμερα έχει διαπιστωθεί μόνο στις Ηνωμένες Πολιταίες. Το H. Canis, έχοντας προσαρμοστεί στο σκύλο, προκαλεί συνήθως υποκλινική ή ήπια κλινική νόσο. Στην τελευταία περίπτωση, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει η χορήγηση ανοσοκατασταλτικών ουσιών και τα συνυπάρχοντα νοσήματα. Η ανορεξία, η κατάπτωση, ο λήθαργος, ο πυρετός, η λεμφαδενοπάθεια και η απώλεια του σωματικού βάρους αποτελούν τις συνηθέστερες κλινικές εκδηλώσεις. Η διάγνωση της ηπατοζωόνωσης, που οφείλεται στο H. Canis, βασίζεται στην ανεύρεση των γαμετοκυττάρων (συνήθως 1-5% των ουδετερόφιλων), σε επιχρίσματα αίματος ύστερα από χρώση Giemsa. Η χορήγηση διπροπιονικής ιμιδοκάρβης, σε συνδυασμό ή όχι με τη δοξυκυκλίνη, οδηγεί συνήθως σε κλινική ύφεση και εξαφάνιση της παρασιταιμίας, αν και οι υποτροπές δεν είναι σπάνιες. Το H. Americanum, αντίθετα, προερχόμενο πιθανότατα από κάποιο άλλο είδος ξενιστή και έχοντας ελάχιστα προσαρμοστεί στο σκύλο, προκαλεί ένα χρόνιο καχεξιογόνο και συχνά θανατηφόρο νόσημα. Ο πυρετός, το γενικευμένο άλγος, η μυϊκή ατροφία και η απροθυμία ή η αδυναμία μετακίνησης του ζώου, που αποτελούν τις τυπικές κλινικές εκδηλώσεις, είναι το αποτέλεσμα της σοβαρής κοκκιωματώδους πολυμυίτιδας και των εκτεταμένων περιοστικών αλλοιώσεων. Η διάγνωση της ηπατοζωόνωσης, που οείλεται στο H. Americanum, θα βασισθεί στην ιστοπαθολογική εξέταση των προσβεβλημένων μυών ή/και στην ανίχνευση των ειδικών αντισωμάων στον ορό του αίματος, αφού η παρουσία των γαμετοκυττάρων στα ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα είναι πολύ σπάνια. Ο συνδυασμός τριμεθοπρίμης-σουλφαδιαζίνης, κλινδαμυκίνης και πυριμεθαμίνης και στη συνέχεια η μακροχρόνια χορήγηση της αντικοκκοδιακής ουσίας δεκοκινάτης επιτυγχάνει την κλινική ίαση και τη σημαντική αύξηση του ρόνου επιβίωσης, αν και οι υποτροπές είναι μάλλον συχνές.