Κυκλικές ιμίνες, μια ομάδα νεοεμφανιζόμενων βιοτοξινών: Χημικές και τοξικολογικές ιδιότητες, κατανομή και μέθοδοι ανίχνευσης PDF Εκτύπωση E-mail

M. Χατζηαναστασίου1,2,3 DVM, Π. Κατίκου*1 DVM, MSc, PhD, Θ. Ζαχαράκη1 DVM, PhD,
Α. Παπαζαχαρίου1 DVM, McKevitt A.2,3 MSc, PhD
1 Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς Θαλάσσιων Βιοτοξινών, Ινστιτούτο Υγιεινής Τροφίμων,
Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Λήμνου 3Α, 546 27, Θεσσαλονίκη
2 Πανεπιστήμιο του Ulster, Σχολή Βιοϊατρικών Επιστημών, Οδός Cromore, Coleraine BT52 1SA, Βόρειος Ιρλανδία
3 Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου, Σχολή Γεωπονίας, Κτηνιατρικής και Επιστήμης Τροφίμων, Belfield, Dublin 4,  Ιρλανδία

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Τα οστρακοειδή και, πιο συγκεκριμένα, τα δίθυρα μαλάκια είναι τρόφιμο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για λόγους τόσο οικονομικούς όσο και δημόσιας υγείας. Τρέφονται με μικροφύκη, τα οποία παρότι είναι επωφελή για την υδατοκαλλιέργεια, συμπεριλαμβάνουν και ορισμένα τοξινοπαραγωγά είδη. Τα είδη αυτά παράγουν θαλάσσιες βιοτοξίνες, οι οποίες διαμέσου του μηχανισμού άντλησης και διήθησης του νερού, βιοσυσσωρεύονται στους ιστούς των οστρακοειδών. Η βιοσυσσώρευση αυτή είναι εντονότερη και άρα πιο επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία κατά τη διάρκεια των «επιβλαβών ανθήσεων», γνωστών και ως Harmful Algal Blooms (HABs), δηλαδή των περιόδων της πληθυσμιακής αύξησης των μικροφυκών. Οι θαλάσσιες βιοτοξίνες κατατάσσονται με βάση τη χημική τους δομή σε 8 ομάδες, μία από τις οποίες είναι και οι κυκλικές ιμίνες. Οι κυκλικές ιμίνες είναι λιπόφιλες τοξίνες, οι οποίες ανακαλύφθηκαν τυχαία λόγω της πρόκλησης νευρολογικών συμπτωμάτων και ταχύτατων θανάτων σε μύες κατά τις βιοδοκιμές ρουτίνας για την ανίχνευση άλλων λιπόφιλων θαλάσσιων βιοτοξινών. Περιλαμβάνουν τις υποομάδες: σπειρολίδια (spirolides, SPX), γυμνοδιμίνες (gymnodimines, GYM), πιννατοξίνες (pinnatoxins, PnTX), πτεριατοξίνες (pteriatoxins, PtTX), προροκεντρολίδες (prorocentrolides) και σπειρο-προροκεντριμίνες (spiro-prorocentrimines). Οι πρώτες τρεις υποομάδες, οι οποίες παράγονται από δινομαστιγωτά μικροφύκη, απασχολούν περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), διότι σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, έχουν ήδη ανιχνευθεί στην Ευρώπη ή υπάρχουν ισχυρότατες ενδείξεις της παρουσίας τους. Τα σπειρολίδια παράγονται από το δινομαστιγωτό Alexandrium ostenfeldii/peruvianum, οι γυμνοδιμίνες από το δινομαστιγωτό Karenia selliformis και οι πιννατοξίνες από ένα περιδινοϊδές δινομαστιγωτό που έχει περιγραφεί πρόσφατα υπό το νέο γένος Vulcanodinium spp. Αν και υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για την ακριβή γεωγραφική τους κατανομή, ο εντοπισμός τους σε πολλές περιπτώσεις στα ευρωπαϊκά ύδατα, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα ισχυρότατη οξεία τοξικότητά τους κατά τη διενέργεια ενδοπεριτοναϊκής έγχυσης σε μυς, τις κατέστησαν, τουλάχιστον στην ΕΕ, αντικείμενο έντονης επιστημονικής έρευνας. Παρά την αποδεδειγμένη τοξικότητά τους στους μυς, δεν έχουν ακόμη ενοχοποιηθεί για κρούσματα τοξινώσεων σε ανθρώπους. Προς το παρόν, η ΕΕ δεν έχει θεσμοθετήσει Ανώτατα Επιτρεπτά Επίπεδα (Maximum Permissible Levels) συγκεντρώσεων των κυκλικών ιμινών στα οστρακοειδή ούτε τη μέθοδο αναφοράς για την ανίχνευση και τον ποσοτικό τους προσδιορισμό. Οι μέθοδοι που εφαρμόζονται σήμερα είναι βιολογικές, βιοχημικές και χημικές. Η βιολογική μέθοδος είναι μια βιοδοκιμή που διενεργείται με ενδοπεριτοναϊκή έγχυση ενός εκχυλίσματος που περιέχει την υπό εξέταση ουσία σε μυς και ανιχνεύει τη συνολική τοξικότητα. Η ιδιότητα αυτή θεωρείται απαραίτητη για την ανίχνευση άγνωστων τοξινών, όμως, λόγω της χρήσης πειραματόζωων, ενέχει σκεπτικισμό ως προς την ευζωία τους και την ηθική της όλης διαδικασίας. Η βιοχημική μέθοδος βασίζεται στον ανταγωνισμό μιας φθοροεπισημασμένης τοξίνης με τις κυκλικές ιμίνες για τη σύνδεση με τους υποδοχείς του οργανισμού Torpedo marmorata. Τέλος, από τις χημικές μεθόδους, η ανίχνευση με υγροχρωματογραφία-φασματομετρία μάζας (LC-MS/MS) είναι η πιο αξιόλογη γιατί είναι γρήγορη, με μεγάλη επαναληψιμότητα και ειδικότητα.
Λέξεις ευρετηρίασης: κυκλικές ιμίνες, σπειρολίδια, γυμνοδιμίνες, οστρακοειδή, LC-MS/MS