| Η χρήση των συνθετικών κολλοειδών διαλυμάτων στο σκύλο και τη γάτα |
|
|
|
|
Ι. Σάββας, DVM, PhD, Α. Παπαστεφάνου, DVM, Τ. Αναγνώστου, DVM, PhD ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Συχνά στην κλινική πράξη απαιτείται η χορήγηση υγρών στα μικρά ζώα για την αναπλήρωση απωλειών ή για τη θεραπεία συγκεκριμένων παθολογικών καταστάσεων. Μία από τις ενδείξεις για τη θεραπεία με υγρά είναι η αποκατάσταση επαρκούς κυκλοφορούντος όγκου αίματος, η οποία συνήθως αρχίζει με τη χορήγηση ενός κρυσταλλοειδούς ισότονου διαλύματος. Τα κολλοειδή διαλύματα, ωστόσο, είναι πιο αποτελεσματικά από τα κρυσταλλοειδή σε ό,τι αφορά τη διατήρηση του ενδοαγγειακού όγκου, λόγω του ότι περιέχουν ενώσεις μεγάλου μοριακού βάρους, οι οποίες δεν διαπερνούν τα τοιχώματα των τριχοειδών, με αποτέλεσμα να προκαλούν αύξηση της οσμωτικής πίεσης του πλάσματος και, επομένως, μετακίνηση νερού από το διάμεσο στον ενδοαγγειακό χώρο. Ο όγκος χορήγησης ενός κολλοειδούς είναι ίσος ή ελαφρώς μεγαλύτερος του απαιτούμενου όγκου αναπλήρωσης. Έτσι, συγκριτικά με ένα ισότονο κρυσταλλοειδές, ο συνολικός όγκος χορήγησης είναι μικρότερος. Για το λόγο αυτό πρέπει να χορηγούνται στις περιπτώσεις που το ζώο δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στη χορήγηση κρυσταλλοειδών ή όταν αναπτύσσεται οίδημα πριν ολοκληρωθεί η αποκατάσταση του όγκου του αίματος με τη χορήγηση κρυσταλλοειδών. Οι κυριότερες παρενέργειες που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα της χρήσης των κολλοειδών είναι η υπερφόρτωση της κυκλοφορίας, οι αναφυλακτικές αντιδράσεις, η νεφροτοξικότητα και η διαταραχή του μηχανισμού πήξης του αίματος. Τα κολλοειδή διαλύματα διακρίνονται σε φυσικά και συνθετικά. Στα φυσικά περιλαμβάνονται το πλήρες αίμα, το πλάσμα και τα παρασκευάσματα λευκωματινών. Στα συνθετικά περιλαμβάνονται οι δεξτράνες, οι ζελατίνες και οι υδροξυ-αιθυλ-πολυσακχαρίτες. Τα υποκατάστατα αιμοσφαιρίνης, αν και δεν δρουν με τον ίδιο τρόπο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αντιμετώπιση των ίδιων παθολογικών καταστάσεων με τα κολλοειδή. Οι δεξτράνες είναι γραμμικοί πολυσακχαρίτες με μέσο μοριακό βάρος 40.000 ή 70.000 daltons. Έχουν σχετικά μικρή διάρκεια δράσης, ενώ μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές στο μηχανισμό πήξης του αίματος, αναφυλακτικές αντιδράσεις ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Οι ζελατίνες έχουν ακόμη μικρότερη διάρκεια δράσης. Οι υδροξυ-αιθυλ-πολυσακχαρίτες, που χρησιμοποιούνται ως διογκωτικά του πλάσματος, αποτελούνται από μόρια γλυκόζης ενωμένα με γλυκοσιδικούς δεσμούς, πάνω στα οποία είναι συνδεδεμένες υδροξυ-αιθυλικές ομάδες. Ανάλογα με τον αριθμό των υδροξυ-αιθυλικών ομάδων που συνδέονται στα μόρια του πολυσακχαρίτη προκύπτουν διαφορετικοί πολυσακχαρίτες: το hetastarch, το pentastarch και το tetrastarch. Έχουν μεγάλη διάρκεια δράσης με ελάχιστες παρενέργειες. Τα κολλοειδή διαλύματα χρησιμοποιούνται κυρίως σε καταστάσεις shock. Επίσης, χρησιμοποιούνται σε ζώα με υποπρωτεϊναιμία, σήψη και σε ζώα με απώλειες τρίτου χώρου. Συνδυάζονται πάντοτε με ισότονα κρυσταλλοειδή διαλύματα, καθώς τα κολλοειδή καλύπτουν ενδοαγγειακές απώλειες, ενώ τα κρυσταλλοειδή χρησιμοποιούνται για να καλύψουν απώλειες του διάμεσου χώρου. Η αποκατάσταση των απωλειών ύδατος γίνεται σε τρεις φάσεις. Αρχικά αποκαθίσταται ο ενδοαγγειακός όγκος (φάση αναζωογόνησης), στη συνέχεια ενυδατώνεται ο διάμεσος χώρος (φάση επανυδάτωσης) και τέλος, ενυδατώνονται τα κύτταρα (φάση συντήρησης). Ανάλογα με τη συνυπάρχουσα παθολογική κατάσταση χρησιμοποιούνται διαφορετικοί συνδυασμοί κρυσταλλοειδών και κολλοειδών διαλυμάτων. Επίσης, ιδιαίτερη αντιμετώπιση απαιτούν οι καταστάσεις εσωτερικής αιμορραγίας, αυξημένης διαπερατότητας του ενδοθηλίου και υποπρωτεϊναιμίας.
|





